|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο stable παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: lad
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| stable adj | (not changing) | σταθερός επίθ |
| | | αμετάβλητος επίθ |
| | The weather has been stable for several days. |
| | Ο καιρός έχει μείνει αμετάβλητος για αρκετές μέρες. |
| stable adj | (physical condition: unchanging) | σταθερός επίθ |
| | The doctors say Nigel is very ill, but he is stable at the moment. |
| | Οι γιατροί λένε πως ο Νάιτζελ είναι πολύ άρρωστος, αλλά είναι σταθερός αυτήν τη στιγμή. |
| stable adj | (firm, steady) | σταθερός, γερός επίθ |
| | Hannah checked the chair was stable, before climbing onto it. Despite that large crack, the wall is stable. |
| stable adj | (lasting, permanent) | μόνιμος επίθ |
| | | μακροχρόνιος επίθ |
| | | μόνιμος επίθ |
| | Josh and Chris have been in a stable relationship for three years now. |
| stable adj | (mentally sound) | που έχει σώας τας φρένας έκφρ |
| | The doctors think Harry is stable again now, after his breakdown. |
| stable n | (horse enclosure) | στάβλος ουσ αρσ |
| | Roberta put fresh straw down in the stable, ready to bring the horse in for the night. |
| | Η Ρομπέρτα έβαλε φρέσκο άχυρο στον στάβλο, και ετοιμάστηκε να φέρει το άλογο μέσα για τη νύχτα. |
| stable n | (racehorses belong to same owner) (κέντρο εκπαίδευσης) | ιππικός όμιλος επίθ + ουσ αρσ |
| | (αλόγων) | ομάδα ουσ θηλ |
| | | του ιδίου ιδιοκτήτη περίφρ |
| | The horse that won this race is out of the same stable as last year's winner. |
| stable [sth]⇒ vtr | (horse: put in stable) | βάζω κτ στο στάβλο περίφρ |
| | | σταβλίζω ρ μ |
| | The riders stabled their horses. |
| | Οι ιππείς έβαλαν τα άλογά τους στον στάβλο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| stable [sth] vtr | (vehicle: park in depot) (το ίδιο το όχημα) | σταθμεύω ρ αμ |
| | | αφήνω κτ στο αμαξοστάσιο περίφρ |
| | (επίσημο) | εναποθέτω ρ μ |
| | The drivers stable their delivery vans here. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|